Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

"Αmarcord" σημαίνει θυμάμαι

"Κύπρος της αγάπης και του ονείρου"

Εκείνη την εποχή, σε μια συνοικία της Αθήνας, «διατηρούσα» ένα κατάστημα. Ένα βιβλιοπωλείο. Δεν θυμάμαι ακριβώς ημερομηνία, πάντως λίγες μέρες πριν από το πραξικόπημα στην Κύπρο, ήρθε στο μαγαζί ένας γείτονας μαζί με κάποιον που τον έβλεπα για πρώτη φορά. Μου είπε με καμάρι: «Φίλε μου, να σου συστήσω τον μπατζανάκη μου». O μπατζανάκης, ηταν ένας νέος άνθρωπος, καλοφτιαγμένος, με ύφος γεμάτο αυτοπεποίθηση. Σου έδινε όμως την εντύπωση ότι βρισκόταν κάπου αλλού. Ανταλλάξαμε χειραψία. Μου ζήτησε και τούδωσα μερικά στυλό διαρκείας και υλικό αλληλογραφίας (κόλλες και φάκελα). Με πλήρωσε. Γεια και γεια.

Την Δευτέρα 15 Ιουλίου 1974, ξέσπασε το πραξικόπημα στην Κύπρο. Μια - δύο μέρες μετά το πραξικόπημα μπήκε φουριόζος στο μαγαζί ο γείτονας, φανερά ανήσυχος και οργισμένος συνάμα. Δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω και μου λέει: «Θυμάσαι προχθές που ήρθα με τον μπατζανάκη μου;» Ναι, του λέω. «Ε, λοιπόν αυτός ο ανόητος ήταν αξιωματικός του στρατού». Ήταν; Αναρωτήθηκα. «Πήγε στην Κύπρο μαζί με άλλους αξιωματικούς, για να φέρουν το κεφάλι του Μακάριου στον Ιωαννίδη. Ο ηλίθιος, άφησε μικρά παιδιά ορφανά, για να μεταφέρουν από την Ελλάδα στην Κύπρο, τις αθλιότητες της χούντας». Και τώρα τι γίνεται; Τον ρώτησα αμήχανος. «Τώρα ο θεός να μας φυλάξει και μας και την Κύπρο». Είπε κι έφυγε όπως είχε έρθει.

Σάββατο 20 Ιουλίου 1974. Τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Η χούντα κάνει επιστράτευση. Την ίδια μέρα το απόγευμα παρουσιάζομαι σε ένα στρατόπεδο στα περίχωρα της Αθήνας. Όσοι από τους επιστρατευμένους βιάστηκαν να παρουσιαστούν είχαν τακτοποιηθεί σε θάλαμο. Οι «καθυστερημένοι» μαζί κι εγώ, βολευτήκαμε σε αντίσκηνα.

Είχαν περάσει λίγες μέρες, και ενώ η κατάσταση πήγαινε για την Κύπρο από το κακό στο χειρότερο – μπορεί να ήταν μετά την δεύτερη τουρκική επίθεση, του Αυγούστου – συνέβη το περιστατικό που θέλω να περιγράψω. Από τις πρώτες μέρες μας στο στρατόπεδο, ένας ταγματάρχης έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον για τους επιστρατευμένους. Τόβλεπες και τόνοιωθες. Στη πρωινή αναφορά από τους πρώτους. Μιλούσε μαζί μας, γιαυτό και για κείνο, με το σας και με το σεις. Έλυνε κάθε μας πρόβλημα πριν προλάβει σχεδόν να παρουσιαστεί. Έλεγε, «το πρόγραμμα σήμερα έχει ασκήσεις. Τι λέτε, θα το ακολουθήσουμε;» Η άλλη φορά «Οι κύριοι τάδε, να μείνουν μετά την αναφορά γιατί έχει προκύψει κάποιο πρόβλημα και πρέπει να συνεννοηθούμε πως θα το αντιμετωπίσουμε κλπ..».

Στο γραφείο που έκανα την υπηρεσία μου, ήταν ακόμη δυο στρατιώτες που υπηρετούσαν την κανονική θητεία τους, και δυο άτομα πολιτικό προσωπικό. Ο Γιώργος Κ., ο ένας εκ των δυο στρατιωτών του γραφείου, είχε σπουδάσει στη Γερμανία και γυρνώντας παρουσιάστηκε, προκειμένου να εκπληρώσει την προς την πατρίδα υποχρέωσή του. Ήταν εξ αναβολής. Με τον Γιώργο Κ. είχαμε αποκτήσει πλέον αλληλοεκτίμηση, συζητώντας γύρω από τις δραματικές εξελίξεις, προσπαθώντας να τις προβλέψουμε αλλά και γενικότερα για την πολιτική, συμφωνώντας τότε σχεδόν σε όλα. Παρατηρούσα ότι ο Γιώργος Κ. είχε μια ιδιαίτερη, μια σχέση οικειότητας με τον Ταγματάρχη. Τον ρώτησα σχετικά τονίζοντάς του, ότι η συμπεριφορά του Ταγματάρχη συγκινεί τους επιστρατευμένους.

Ο Γιώργος Κ., μου είπε, ότι ο Ταγματάρχης από ανάγκη κατέληξε να γίνει στρατιωτικός. Παιδί πολύτεκνης εργατικής οικογένειας, προκειμένου να βοηθήσει την οικογένειά και τα αδέλφια του να σπουδάσουν ακολούθησε την στρατιωτική καριέρα. Αλλά θα του μεταφέρω, την εκτίμηση των επιστρατευμένων. Θέλω να δω πως θα το αντιμετωπίσει, τι θα μου πει.

Την επόμενη μέρα ο Γιώργος Κ. μου μετέφερε όσα του είχε πει ο Ταγματάρχης. «Μα τι μου λες τώρα, Γιώργο. Ότι κάνω το νοιώθω ως υποχρέωσή μου. Καλά δεν βλέπεις τι γίνεται στην πύλη, όταν έρχονται οι γυναίκες τους με τα μικρά παιδιά τους. Δεν έχεις δει ότι τα παιδιά δεν ξεκολλάνε από την αγκαλιά τους, όταν τελειώνει η επίσκεψη και πρέπει να φύγουν; Τους αναστατώσαμε τη ζωή, χωρίς να ξέρει κανείς πότε και πως θα τελειώσει αυτή η ιστορία. Θα τους κάνω και τον ανώτερο από πάνω; Όχι, εγώ τους βλέπω σαν δικούς μου ανθρώπους, που βρίσκονται σε δύσκολη θέση, και θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου, για να περάσουν όσο γίνεται πιο ανώδυνα τον χρόνο που θα είμαστε μαζί».

Εκείνο το πρωί, ο Ταγματάρχης δεν ήτανε στην αναφορά. Ήταν ένας χουντικός λοχαγός, ο οποίος, όποτε είχε υπηρεσία και ήταν υποχρεωμένος να μείνει στο στρατόπεδο, κοιμόταν κρατώντας ένα περίστροφο πάνω στο στήθος του, από φόβο, μη τυχόν και δεχτεί επίθεση από τους επιστρατευμένους!!

Είχε σχεδόν τελειώσει η αναφορά, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε ο Ταγματάρχης. «Κύριοι, λέει όπως συνήθιζε, πριν από λίγο μας ήρθε μια διαταγή, που μας ζητάει, επειδή τα πράγματα στην Κύπρο πάνε πολύ άσχημα, να διερευνήσουμε την διάθεσή σας και να κρατήσουμε τα ονόματα, όσων από εσάς εθελοντικά δηλώσουν ότι δέχονται να σταλούν όπου τους ζητήσει η πατρίδα. Μη με ρωτήσετε που. Μπορεί στον Έβρο; Μπορεί στην Κύπρο; Δεν ξέρω να σας πω. Όπου χρειαστεί. Έγινα κατανοητός; Λοιπόν οι εθελοντές ένα πλάγιο βήμα προς τ’ αριστερά».

Είμαστε περίπου 50 με 60 άτομα, όλοι οι επιστρατευμένοι, χωρισμένοι σε δυο διμοιρίες.
Η «πρόταση», είναι αλήθεια, μας αιφνιδίασε. Ο Ταγματάρχης σα να το περίμενε, ξαναλέει: «Οι εθελοντές ένα πλάγιο βήμα αριστερά».

Χωρίς να κοιτάξει ο ένας τον άλλον, χωρίς καμία συνεννόηση (δεν ακούστηκε ούτε ψίθυρος), και οι δυο διμοιρίες σαν ομάδες επιδείξεων, μετατοπίζονται ένα πλάγιο βήμα προς τ’ αριστερά και κτυπούν τα πόδια, για να τονίσουν με την στάση προσοχής, την ετοιμότητά τους.

Αυτό ήταν. Ο Ταγματάρχης σαστίζει για μια στιγμή. Μετά σκύβει το κεφάλι, γυρίζει κάπως προς τα πλάγια χωρίς να μας κοιτά, με αχνή φωνή, σπασμένη από την συγκίνηση - μόνο όσοι ήταν στις πρώτες σειρές, τον άκουσαν - λέει: «πηγαίνετε στις δουλειές σας». Και φεύγει.

Το περιστατικό μαθεύτηκε και σε κείνους που δεν ήταν παρόντες στην πρωινή αναφορά.
Τόμαθε και ο Γιώργος Κ. Μου ζήτησε να του το περιγράψω με κάθε λεπτομέρεια. Συγκινήθηκε.

Από εκείνο το πρωινό ο Ταγματάρχης όχι μόνο έπαψε ν’ άρχετε στην πρωινή αναφορά, αλλά είχε εξαφανιστεί. Καταλάβαμε ότι μας απέφευγε. Ζήτησα από τον Γιώργο Κ. να μάθει τι συμβαίνει με τον Ταγματάρχη, και ποιός είναι ο λόγος της εξαφάνισής του.

Οπότε την επομένη μου λέει ο Γιώργος Κ. Ο Ταγματάρχης νοιώθει τρομερά εκτεθειμένος και δεν μπορεί να σας αντικρύσει, δεν μπορεί να συγχωρήσει στον εαυτό του, πως πέρασε από το μυαλό του, να στήσει όλο αυτό το θέατρο, για να δοκιμάσει το ηθικό και το φιλότιμο των επιστρατευμένων. «Νιώθω περήφανος από την στάση των επιστρατευμένων, αλλά δεν βρίσκω κανένα λόγο που να δικαιολογεί την συμπεριφορά μου» Ο Γιώργος Κ. του είπε ότι, αν νοιώθεις τόσο άσχημα δεν έχεις παρά να τους ζητήσεις συγνώμη. «Όχι, δεν γίνεται τίποτα, είναι θέμα δικό μου, είπε ο Ταγματάρχης, θα το κουβαλάω σ’ όλη μου τη ζωή» Από εκείνο το πρωινό δεν τον ξαναείδαμε.
Για μας τους συναδέλφους εν επιστρατεύσει ο λόγος της εξαφάνισης του Ταγματάρχη, ήταν απλά και μόνο, μια επιπλέον απόδειξη της γνήσιας λαϊκότητας του.


Υ.Γ. Ο Γιώργος Κ. διορίστηκε Νομάρχης στη δεύτερη πρωθυπουργική θητεία του Α. Παπανδρέου.





Ποίηση : Λεωνίδας Μαλένης
Μουσική : Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία : Γρ. Μπιθικώτσης

Χρυσοπράσινο φύλλο
Κύπρος της αγάπης και του ονείρου

Γη της λεμονιάς, της ελιάς / Γη της αγκαλιάς της χαράς
Γη του πεύκου, του κυπαρισσιού / των παλικαριών και της αγάπης

Χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο

Γη του ξεραμένου λιβαδιού / Γη της πικραμένης Παναγιάς
Γη του λίβα, τ' άδικου χαμού / τ' άγριου καιρού, των ηφαιστείων

Χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο

Γη των κοριτσιών που γελούν / Γη των αγοριών που μεθούν
Γη του μύρου, του χαιρετισμού / Κύπρος της αγάπης και του ονείρου

Χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο.

Αναρτήθηκε από CROUSMA.

3 σχόλια:

  1. Τι μου θυμίζεις.
    Ο σύντροφός μου έφυγε από τους πρώτους για την επιστράτευση.
    Χαμένοι και ξαφνιασμένοι από τα γεγονότα, παιδιά σχεδόν στην εφηβία, να μην μπορούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει, τι πρέπει και τι όχι.
    Δεν ήξερα καν που βρίσκεται, τηλεφωνικές επικοινωνίες ανύπαρκτες τις πρώτες πολλές μέρες.
    Από τον φίλο που έφυγαν μαζί, αλλά εκείνος δεν επιστρατεύτηκε, έμαθα ότι ήταν στο Μενίδι νομίζω και γω δεν ήξερα καλά καλά που είναι το Μενίδι και πως μπορώ να πάω.
    Και την τρίτη τέταρτη μέρα, το πήρα απόφαση. Πήρα τον μωρό μας στην αγγαλιά και πήρα τους δρόμους αποφασισμένη να πάω να τον βρώ, να τον δω, να διαπιστώσω ότι είναι εδώ, ότι είναι καλά.
    Ζέστη, καυσωνας,να μην ξέρω ποιο λεοφορείο να πάρω, πως να πάω, αλλά ρωτώντας και σκαρφαλώνοντας κυριολεκτικά σε κατσάβραχα ανέβηκα στο στρατόπεδο, με την ελπιδα ότι δεν είχα πάει σε λάθος μέρος.
    Στάθηκα έξω από το συρματόπλεγμα, είπα το όνομά του σε κάποιον στρατιώτη ή δεν ξέρω τι άλλο ήταν και μου υποσχέθηκε ότι θα πάει να ρωτήσει και ...."αν είναι εδώ να του πουν ότι τον ζητάτε μου είπε".
    Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατα, παρακαλούσα να είναι εκεί, να τον δω, να βεβαιωθώ ότι είναι καλά.
    Το μωρό μες τον ήλιο δυσανασχετούσε.
    Εξω από τα συρματοπλέγματα ήταν και άλλοι που είχαν πάει να δουν τους δικούς τους.
    Εψαχνα με το βλέμμα να δω,να ξεχωρίσω την αγαπημένη φιγούρα του ανάμεσα σε δεκάδες στρατιώτες και κάποια στιγμή τον είδα!
    Ηταν εκεί. Μπουκωσαν τα μάτια μου, αλλά δεν έσταξε δάκρυ, μόνο έσφυξα στην αγγαλιά το μωρό μας και του είπα:
    Να ο μπαμπάς μας, να τον εδώ είναι, είναι καλά ο μπαμπάς.
    Αντε τώρα τι μου θύμησες τι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. 20 ιουλιου 74..

    αγένητη ακομα..

    και όμως όλα όσα εζησε ο πατερας μου..

    νοιωθω πως τα εχω ζησει εγω..

    δακρυζω..

    αιωνας ...μια εποχη ..

    καλο απόγευμα με φιλια συγκίνησης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αγαπητή φίλη, το ζήτημα είναι ότι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, δεν θα μας αφήσουν να χαρούμε ούτε την πανσέληνο του Αυγούστου. Ας αντλήσουμε αισιοδοξία από το αγωνιστικό παράδειγμα των νέων εκείνης της εποχής. To έχουμε ανάγκη.

    Σε χαιρετώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή