Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

"Όταν σε μια πόλη κάτι άδικο συμβαίνει πρέπει να γίνει ξεσηκωμός".

«Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» του Μπέρτολτ Μπρεχτ 
 στην Κεντρική Σκηνή της «Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών».

 Από τις 23 Γενάρη, έως τις 10 Φλεβάρη
 

«Όταν σε μια πόλη κάτι άδικο συμβαίνει πρέπει να γίνει ξεσηκωμός. Και όταν αυτό δε γίνεται, πρέπει η πόλη να βουλιάξει, να καεί πριν έρθει η μαύρη νύχτα...» (Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν»).
Η Πρεμιέρα έγινε στις 23 Γενάρη και οι παραστάσεις θα διαρκέσουν μέχρι τις 10 Φλεβάρη. Ώρα έναρξης των παραστάσεων 20.30
 
«Διασχίζαμε την πάλη των τάξεων αλλάζοντας χώρες πιο συχνά παρά παπούτσια», έγραφε ο Μπρεχτ για τη μακρόχρονη εξορία του στην Ευρώπη, στην Ασία και την Αμερική. Κι όμως, στη διάρκεια της οκταετούς περιπλάνησης - αυτοεξορίας του ολοκλήρωσε μερικά από τα σπουδαιότερα έργα του, ανάμεσά τους τη «Μάνα Κουράγιο» (1938), τον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν» (1941) και τον «Κύκλο με την κιμωλία» (1945).

Πώς μπορεί να είναι κανείς καλός όταν όλα γύρω του είναι σκληρά και ακριβά τόσο πολύ που δεν μπορεί να ζήσει; Στον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν» (έργο γραμμένο την περίοδο 1926-1941), οι θεοί εντοπίζουν τον μοναδικό καλό άνθρωπο στη γη: μια πόρνη στην επαρχία Σετσουάν της Κίνας. Οι θεοί ανταμείβουν την καλοκάγαθη Σεν Τε με ένα αξιοπρεπές χρηματικό ποσό κι εκείνη ανοίγει ένα μικρό καπνοπωλείο. Προκειμένου να αντιμετωπίσει τους συμπολίτες της που την εκμεταλλεύονται, η Σεν Τε εφευρίσκει ένα alter ego, έναν υποτιθέμενο εξάδελφο, τον μοχθηρό Σουί Τα, παίρνοντας τη μορφή του όποτε οι περιστάσεις το απαιτούν. 

Πόσο καιρό, όμως, θα αντέξει να παίζει αυτό το διπλό ρόλο;

Σκηνοθεσία - δραματουργική επεξεργασία - 
επεξεργασία μετάφρασης: Κατερίνα Ευαγγελάτου

Μετάφραση: Άννυ Κολτσιδοπούλου
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Κίνηση: Πατρίσια Απέργη 

Παίζουν οι ηθοποιοί: Στεφανία Γουλιώτη, Αλεξάνδρα Λέρτα, Δαυίδ Μαλτέζε, Νικόλας Παπαγιάννης, Μαρία Παρασύρη, Όμηρος Πουλάκης, Νάνσυ Σιδέρη, Σωτήρης Τσακομίδης.  (Από το 902.gr)


Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

"Η επικινδυνότητα της στρατευμένης τέχνης"



 «Συνδυασμός αδύναμου κειμένου και ανεπιτυχούς σκηνοθετικού χειρισμού είναι η παράσταση «Η Αγία Ιωάννα των Σφαγείων», σύμφωνα με την κριτική που δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Ποντίκι art» της εφημερίδας  «ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ» την Πέμπτη 24 Γενάρη 2013. Επειδή δε φαίνεται για τυχαία τοποθέτηση, αξίζει να σταθεί κανείς αναλυτικότερα στα επιχειρήματα που τη στηρίζουν.

Κατά το συντάκτη της, λοιπόν, το κακό ξεκινάει από το ίδιο το έργο του Μπρεχτ, που είναι «προβληματικό», τόσο για την «απλοϊκότητα των μαθημάτων πολιτικής οικονομίας», όσο και για το «φαινομενικά επίπεδο προφίλ των κεντρικών του χαρακτήρων».

Για τα περί «απλοϊκότητας των μαθημάτων πολιτικής οικονομίας» τα σχόλια είναι μάλλον περιττά. Απογοητεύτηκε φαίνεται ο άνθρωπος, γιατί ο Μπρεχτ δεν κάνει μιαν ακατανόητη επιστημονικοφανή διδασκαλία για να σκεπάσει τις αιτίες της κρίσης, αλλά αποκαλύπτει και εκλαϊκεύει τα «μυστήρια» της αστικής πολιτικής οικονομίας και των κρίσεων, όπως οι μηχανισμοί της καπιταλιστικής συσσώρευσης και ο ανταγωνισμός, η λειτουργία του χρηματιστικού κεφαλαίου κλπ., έτσι που να μπορεί να τα καταλάβει κάθε εργάτης, άνεργος, ξεσπιτωμένος και παγωμένος. 

Τόση προσπάθεια, σου λέει, κάνει σύσσωμο το αστικό πολιτικό σύστημα και οι οπορτουνιστές συνοδοιπόροι του για να μείνουν μυστικά επτασφράγιστα οι πραγματικές αιτίες της κρίσης - που τη μια οφείλεται τάχα στα γκόλντεν μπόυς, την άλλη στο χρέος και άλλοτε πάλι στην υπερκατανάλωση, ποτέ όμως στην υπερσυσσώρευση πλούτου από την κλεμμένη εργασία των πολλών - και θα έρθει τώρα μια θεατρική παράσταση να την ακυρώσει; Όσο για το «φαινομενικά επίπεδο προφίλ των χαρακτήρων» τι να πει κανείς; 

Οι χαρακτήρες ενός έργου ή είναι επίπεδοι, οπότε είναι ψεύτικο, ή δεν είναι, οπότε είναι αληθινό. Ο όρος «φαινομενικά επίπεδοι» είναι εφεύρημα, που ωστόσο κάπου αποσκοπεί, όπως θα φανεί στη συνέχεια.

Εκεί που πραγματικά μένει κανείς άναυδος από την άνεση με την οποία εκστομίζονται τόσο ανιστόρητες και αντιεπιστημονικές θεωρίες, είναι όταν φτάνει στην αιτιολόγηση της «προβληματικότητας» του έργου. Σύμφωνα πάντα με το άρθρο, αυτή οφείλεται στο ότι ο Μπρεχτ έχει «δανεική εικόνα της Αμερικής από συγγραφείς σαν τον Άπτον Σίνκλερ ή τον Τζακ Λόντον» και ακόμη γιατί «ως νεοπροσήλυτος στο Μαρξισμό παίζει με τη φόρμα ενός στρατευμένου θεάτρου, με το οποίο δεν είναι πλήρως εξοικειωμένος».

Από πότε όμως η γνώση είναι θέμα άμεσης εμπειρίας; ...» 
(Η συνέχεια  στο 902. gr)

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

"Η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, όμως μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο".



Ο Θάνος Μικρούτσικος μπροστά στη συναυλία σε μελοποιημένη ποίηση του Μπρεχτ, που θα δώσει στις 2 Φλεβάρη στις 20:00 στην Αίθουσα Συνεδρίων στον Περισσό, παραχώρησε συνέντευξη στο πόρταλ του ΚΚΕ, το 902.gr. 

 Η συναυλία διεξάγεται στο πλαίσιο του δεύτερου κύκλου εκδηλώσεων για τον «Μπρεχτ στο θέατρο και τη μουσική» που εντάσσεται στις εκδηλώσεις για το Επιστημονικό Συνέδριο του ΚΚΕ για τον Μπρεχτ και το διοργανώνουν το Τμήμα Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ και η Πολιτιστική Επιτροπή του ΚΣ της ΚΝΕ.


 Στην συναυλία θα παρουσιαστούν τα έργα «Μουσική Πράξη στον Μπρεχτ», Μπ. Μπρεχτ - Θάνος Μικρούτσικος, «Ο κύκλος με την κιμωλία», Μπ. Μπρεχτ - Μάνος Χατζιδάκις, ενώ θα τραγουδήσουν η Άννα Λινάρδου και ο Κώστας Θωμαΐδης

Ανάμεσα σε άλλα, ο συνθέτης υπογραμμίζει τη σημασία και τη διαχρονικότητα του έργου του Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Στην εποχή της κρίσης η μεγάλη τέχνη εκτός από όλα τα άλλα χαρακτηριστικά έχει και τη δυνατότητα της εμψύχωσης και δεν πρέπει να την αφήνουμε... Τώρα χρειαζόμαστε τη μεγάλη τέχνη». 

Ενώ για το έργο του μεγάλου Γερμανού δημιουργού σημειώνει μεταξύ άλλων: «Ο Μπρεχτ από το 1930 πρότεινε ήδη μια μορφή τέχνης κυρίως μέσα από το θέατρο αλλά και από τα κείμενα του, η οποία προσπαθεί να κάνει τους ανθρώπους κριτικούς απέναντι στα πράγματα. Λέει το εξής: Η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, όμως μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Και έτσι ο Μπρεχτ θα ζήσει στον αιώνα των αιώνων...» (Από 902.gr)

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

" Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει".

 Έσσεται ήμαρ Σαχτζάτ Λουκμάν.


"Το πρόσωπο του τέρατος και ο φόβος μήπως το συνηθίσουμε"*

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.
(...)


Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ το μυαλό της κότας. Απ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τι να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;


Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.


Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ' τους εχθρούς.


Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
- Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει...

Πώς θ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;....



*Κυριακή, 30 Ιουλίου 1978 -
Από το βιβλίο: «Τα Σχόλια του Τρίτου»
Εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1980.

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ "Μεγάλη και μοναδική η προσφορά του"*


ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ
Μεγάλη και μοναδική η προσφορά του.

Σαν σήμερα, πριν από 98 χρόνια, δηλαδή το 1915 γεννήθηκε... Και σαν σήμερα πριν από 30 χρόνια, το 1983, έφευγε επίσης από τη ζωή. 

«Η φυσική του απουσία δεν κατάφερε να τον στερήσει από καμιά παρέα, από κανένα γλέντι και γιορτή, γιατί «ζει και βασιλεύει» στην καθημερινότητά μας, με τα τραγούδια του να μας συντροφεύουν πάντα στη θλίψη, στον καημό, στον πόνο και στο άχτι μας, αλλά και στον έρωτα, στο κέφι, στη χαρά μας.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης υπήρξε ο δημιουργός που έδωσε συνέχεια στο ρεμπέτικο τραγούδι, δίνοντας το δικό του χρώμα και στίγμα. Συνθέτης, στιχουργός και τραγουδιστής, άνοιξε νέους ορίζοντες στο λαϊκό τραγούδι, αναδεικνύοντας μέσα από τα τραγούδια του τη ζωή του λαού μας. 


«Τίποτα δεν αγνόησα στα τραγούδια μου, διότι κι αυτό το θεωρούσα χρέος. Εγραψα για την Ελλάδα, για τη φτώχεια, για τη γυναίκα, για την εργατιά, για τον πόνο, για την αδικία, για το χαμό, για τη φυγή, για τη λευτεριά, για τον πόθο, για το ανικανοποίητο. Και πού δε φτερούγισε η φαντασία μου όλα αυτά τα χρόνια...», έλεγε ο ίδιος.


Άνοιξε νέους ορίζοντες

Χτίζοντας νότα τη νότα στην καρδιά της ρωμιοσύνης την απέραντη μουσική του, κατέθεσε ένα πλουσιότατο έργο σε μέγεθος και ποιότητα. Δημιουργώντας με το τεράστιο ταλέντο του τραγούδια σαν τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», τον «εθνικό ύμνο» του λαϊκού μας τραγουδιού, που γράφτηκε μέσα στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής. Ενα τραγούδι εμπνευσμένο από «τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις...

...Ο Βασίλης  Τσιτσάνης υπήρξε ο δάσκαλος για τις γενιές των καλλιτεχνών που ακολούθησαν. Για μισό αιώνα, σκυμμένος πάνω σε τρεις διπλές χορδές, συνταίριαζε την αγωνία, τη λαχτάρα, την αγάπη του λαού μας. Αυτού του λαού, που τον αγάπησε και τον τοποθέτησε δίπλα στον Μάρκο Βαμβακάρη, στο πάνθεο των Αθανάτων...»

* Ριζοσπάστης, Κυριακή 13 Γενάρη 2013.    ΕΔΩ

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013


Μετά την επιτυχημένη ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου των πολιτιστικών εκδηλώσεων, με προβολές ταινιών, που εντάσσονται στο Επιστημονικό Συνέδριο της ΚΕ του ΚΚΕ για το μεγάλο κομμουνιστή καλλιτέχνη και διανοούμενο, Μπέρτολτ Μπρεχτ με τίτλο «Μπρεχτ: Για τους σεισμούς που μέλλονται να 'ρθούν"» (27 και 28 Απρίλη στην έδρα της ΚΕ, Αίθουσα Συνεδρίων, στον Περισσό) ξεκινά, από το Φλεβάρη, ο δεύτερος κύκλος εκδηλώσεων για τον «Μπρεχτ στο θέατρο και τη μουσική».

Η θεματική αυτή των εκδηλώσεων στην Αίθουσα Συνεδρίων στον Περισσό, που διοργανώνουν το Τμήμα Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ και η Πολιτιστική Επιτροπή του ΚΣ της ΚΝΕ, ανοίγει στις 2 Φλεβάρη, στις 8 μ.μ., με συναυλία του Θάνου Μικρούτσικου σε μελοποιημένη ποίηση του Μπρεχτ.


 Το πρόγραμμα  αναλυτικά έχει ως εξής...

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

KNE: 44 χρόνια αξεχώριστα δεμένα με τους αγώνες και τις αγωνίες των νέων, για τα δικαιώματά τους, για τη ζωή που τους ανήκει.



 Δείτε το βίντεο της ΚΝΕ για τα 1.000 φύλλα του «Οδηγητή»

Στα 15 λεπτά του βίντεο που ετοίμασε η ΚΝΕ για τα 1.000 φύλλα του «Οδηγητή» ξετυλίγεται η πορεία του, από την ίδρυση της ΚΝΕ το 1968, μέχρι τις μέρες μας: 
44 φύλλα μέσα σε συνθήκες παρανομίας κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας.

1.000 φύλλα από το '74 και μετά και συνολικά 44 χρόνια αξεχώριστα δεμένα με την πορεία της ΚΝΕ, της νεολαίας του ΚΚΕ, αξεχώριστα δεμένα με τους αγώνες και τις αγωνίες των νέων, για τα δικαιώματά τους, για τη ζωή που τους ανήκει.

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

103 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή των «μεγάλων οριζόντων» Νίκου Καββαδία



Σαν σήμερα, πριν από 103 χρόνια, στις 11 Γενάρη 1910 γεννήθηκε ο ποιητής και πεζογράφος Νίκος Καββαδίας, στην επαρχιακή πόλη Νίκολσκι Ουσουρίσκι, του Χαρμπίν στη Μαντζουρία, από γονείς Κεφαλονίτες που ήρθαν το 1914 μετά την κήρυξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και εγκαταστάθηκαν στο Αργοστόλι.
Στη συνέχεια η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά όπου ο μικρός Νίκος στο Δημοτικό έχει συμμαθητή τον Γιάννη Τσαρούχη, ενώ στο Γυμνάσιο γνωρίζει τον συγγραφέα και γιατρό του Πολεμικού Ναυτικού Παύλο Νιρβάνα. Στα 18 του χρόνια αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας» με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας.

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή, αλλά δεν συνεχίζει, καθώς με το θάνατο του πατέρα του αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο, συνεχίζοντας πάντα να συνεργάζεται με φιλολογικά περιοδικά, μέχρι τη μέρα που βγάζει ναυτικό φυλλάδιο και μπαρκάρει ως «ναυτόπαις» στο φορτηγό «Άγιος Νικόλαος».

Το 1934, η οικογένεια μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα και το σπίτι   γίνεται τόπος συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών. Ο Καββαδίας την εποχή εκείνη περιγράφεται ως ένας λιγομίλητος απλός άνθρωπος, ατημέλητος, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες.

 

Το 1938 στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη, ενώ στη διάρκεια της Κατοχής, ο Καββαδίας περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης και γίνεται μέλος του ΕΑΜ. Την ίδια ακριβώς περίοδο γίνεται και μέλος του ΚΚΕ και ταυτόχρονα εντάσσεται στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, παρά το γεγονός ότι είχε τυπώσει ως τότε μόνο ένα βιβλίο, το «Μαραμπού», ενώ το όριο ήταν τα τρία βιβλία.

Ο «Μαραμπού», όπως τον ονόμασαν οι φίλοι του από την πρώτη ποιητική συλλογή του, ήταν αυτός που μολογούσε τα πάθη των ναυτικών, τους καημούς και τη σκληρή δουλειά τους για λίγα θαλασσοβρεγμένα χρήματα, γιατί η ζωή «είναι δυο σειρές δόντια δυνατά και το ψωμί στρογγυλό, που κυλάει ως τις άκρες του κόσμου». Άρτος, αλλά όχι για όλα τα στόματα...
Μέσα σ' αυτούς και ο Νίκος Καββαδίας, πρώτα ναύτης, κατόπιν «μαρκονιστής» - ασυρματιστής - μια ολάκερη ζωή. «Παγιδεύεται από τη θάλασσα, τις πολλές θάλασσες. Τη μία».


Τόποι μακρινοί και λιμάνια άγνωστα και γυναίκες τραγικές ήταν οι αγάπες του ποιητή του «Μαραμπού». Και η ζωή στη στεριά, μικρό διάλειμμα ανάμεσα σε δυο ταξίδια. Ο Κόλιας Καββαδίας (χαϊδευτικό, αντί για Νίκος) φορούσε πάντα τη μαύρη ναυτική φανέλα του κι ένα σκούφο από αστρακάν κι όταν μιλούσε άφηνε τη βραχνή φωνή του ν' αργοσέρνεται. Πολλά χρόνια είχε να γράψει ποίηση και τον ρωτούσανε γιατί δεν γράφει. Δεν το 'λεγε σε κανέναν. Αλλά κάποτε τ' ομολόγησε: «Το '57 η θάλασσα πήρε τον αδερφό μου. Δεν έγραψα ούτε στίχο. Ήταν ο πιο χαρούμενος, ο πιο καλοσυνάτος άνθρωπος στον κόσμο. Αφού δεν έγραψα γι' αυτή την αγάπη, γιατί να γράψω;».

Βιοπάλη στην πλανεύτρα θάλασσα

«Μαραμπού» («Κύκλος», 1933), «Πούσι» («Καραβίας», 1947), «Βάρδια» (1954) και λίγους μήνες μετά το θάνατό του, το «Τραβέρσο» («Κέδρος», 1975). Μικρά πεζά «Λι» και «Του πολέμου», «Στο άλογό μου», αφηγήματα από τον πόλεμο του 1940 στην Αλβανία (1987, «Άγρα», 1994). Τρεις ποιητικές συλλογές κι ένα λυρικό χρονικό έδωσαν στον Καββαδία τη γενική αναγνώριση. Είναι η μοναδική, ίσως, περίπτωση στη λογοτεχνία μας, που με το πρώτο του βιβλίο, το «Μαραμπού» (1933), καθιερώθηκε ως ποιητής.


Μπορεί να είναι τα ποιήματά του αυτά, που με το μυστηριακό άρωμά τους μιλάνε για τόπους μακρινούς και λιμάνια μ' ονόματα περίεργα, για γυναίκες τραγικές, για μουσικές εξαίσιες κι αισθήματα ένοχα, για άτια κι εξωτικά στο πέλαγος, και σου στήνουνε καρτέρι στην τιμονιέρα, τις πνιχτές νύχτες, στους Τροπικούς. Για το μόνο πράγμα που ένιωθε περήφανος ήταν η καταγωγή του. Κι ακόμα ένιωθε περήφανος και για κείνη τη μυστική δύναμη που τον έριξε στη θάλασσα, να γίνει εραστής της, φίλος, αγαπητικός, παινευτής της. 


 Ο ίδιος διηγιέται για τη ζωή του:

«Γεννήθηκα πολύ μακριά, στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας. Φύγαμε από κει όταν ήμουν πέντε χρόνων. Θυμάμαι πάντα τα τραγούδια του τόπου, πάντα μ' ακολουθεί η μυρωδιά του κορμιού των γυναικών που με παίρναν στην αγκαλιά τους και οι μυρωδιές από τις αυλές τους. Γυρίσαμε στην Ευρώπη με τον "Υπερσιβηρικό". Σε καράβι πρωτομπήκα στην Οντέσσα. Το λέγαν "Ιερουσαλήμ". Ο πατέρας μου μάς πήγε στην Κεφαλονιά και ξανάφυγε για τη Ρωσία. Ήταν αξιωματικός του ρωσικού στρατού. Τον θαύμαζα. Μίλαγε όλες τις διαλέκτους της Κίνας κι από λίγο όλες τις ευρωπαϊκές. Λιγότερο απ' όλες τα ελληνικά».

«Μας έφερε στην Ελλάδα και ξανάφυγε για τη Ρωσία, που είχε τότε πόλεμο με τους Γερμανούς. Γύρισε στα 1920 και μπήκε τροφοδότης σ' ένα ποστάλι. Μ' έπαιρνε τα καλοκαίρια μαζί του. Ταξιδεύαμε Σμύρνη - Πόλη. Το 1928 τέλειωσα το Γυμνάσιο και μπήκα σ' ένα ναυτικό γραφείο στον Πειραιά, γιομάτο μεγάλες αφίσες και χάρτες γεωγραφικούς. Όταν νύχτωνε και σφύριζαν τα καράβια παρτέντζα, μ' έπιανε λύσσα. Τι μ' έσπρωξε στη θάλασσα; Η μυρωδιά από τις βαλίτσες των ναυτικών. Τα δώρα που φέρναν οι συγγενείς μου από τα ξένα. Η μυρωδιά των καραβιών που κάνει τους επιβάτες να ζαλίζονται και να περιμένουν την ώρα που θα φτάσουν στο λιμάνι σα λύτρωση.



Ζορίστηκα για να φύγω. Κι από τους άλλους κι από μένα τον ίδιο. Τριάντα καράβια είχανε στενοί μου συγγενείς κι εγώ γύριζα στα ξένα γραφεία για δουλειά. Ήμουνα τρομερά βραδύγλωσσος και υπνοβάτης. Τον πρώτο χρόνο που μπαρκάρισα, ξερνούσα σα γάτα. Συνήθισα με τον καιρό. Όμως, όταν μείνω στη στεριά πάνω από τρεις μήνες, τη μέρα που θα ξαναμπαρκάρω νιώθω λιγάκι σαν την πρώτη φορά που ξεκίνησα».

Ειπώθηκε πολλές φορές κι από πολλούς πως ο Νίκος Καββαδίας είναι μεγάλος, ξεχωριστός κι αληθινός ποιητής. Έχουν ειπωθεί πολλές φορές αυτά και θα ειπωθούν κι άλλες ακόμα μελλοντικά, όσο θα συνεχίζουμε σ' αυτό τον τόπο να μιλάμε ελληνικά κι όσο η ποίησή μας θα συνεχίζει να 'χει στη «βάρδιά» της άξιους ποιητές κι ανθρώπους σαν τον Νίκο Καββαδία, τον ωραίο παραμυθά για την πραγματικότητα αυτή που υπάρχει και την άλλη που γεννούσε κάθε φορά ο νους του, αξεχώριστες η μια από την άλλη. Η ιδιότυπη ποίησή του, γραμμένη με αίμα και με θαλασσόνερο, και με αρμύρα απ' όλους τους ωκεανούς του κόσμου και τα λιμάνια, είναι πλεούμενο καράβι. Το παίρνεις και σαλπάρεις μ' όλους τους θλιμμένους δόκιμους στις γέφυρες, μ' όλους τους λοστρόμους και τους θερμαστές, τους καμαρότους και τους ναύτες, με τις μανάδες και τις αδερφές πίσω τους.

Κι όσο κι αν έχει γίνει ο κόσμος μας αυτό που λέμε σήμερα «πολύ πεζός» και μια δρασκελιά για τα ταξιδιωτικά μέσα που διαθέτουμε, με το «καράβι» του Καββαδία και με «καπετάνιο» τον ίδιο, δεν έχεις φόβο να πλήξεις. Μπορείς ακόμα να μαγεύεσαι από την απεραντοσύνη της θάλασσας και την ομορφιά της κι ας την έχουμε καταβρωμίσει «από τους απόπατους όλου του κόσμου κι από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλας» κι ας την έχουνε κλείσει από παντού στόλοι με πυρηνικό θάνατο.

«Λυπήσου εκείνους που δεν ονειρεύονται» 

 Μας φυλάγει ακόμα το όνειρο - «λυπήσου εκείνους που δεν ονειρεύονται» - η μαγεία στον κόσμο και τα ταξίδια στους ωκεανούς και τα λιμάνια. Μαγεύει η «αμαρτία» και η «αγνότητα» των ναυτικών του, στη σκληρή πάλη τους για το δύσκολο ψωμί και τη ζωή, με απανωτά ναυάγια και SOS.

 Ο ίδιος ο Νίκος Καββαδίας, με τα γραφτά του, μνημονεύει καλύτερα τον εαυτό του, σ' ένα γράμμα που έστειλε στις 30 του Ιούλη 1951 στην αδερφή του Τζένια, στην Αθήνα, από το ταξίδι για το Φρεμάντλε:

«Κατεβαίνουμε δίχως γράμματα. Δίχως φυλαχτό περάσαμε τις περιοχές του φόβου. Να ξέραμε πως μας έχουνε συγχωρήσει. Να μπορούσα να μάθω πως φύγατε για τη Γαλλία. Δεν μπόρεσα να πιάσω ούτε μια φορά το "Κορινθία". Χειμωνιάτικος ουρανός. Κρύο. Τα σημάδια του Ισημερινού σβήνουν και μείνανε μονάχα σημάδια πείρας. Ημείς εις σημείον αιτούμεν. Ακριβώς σε τούτο το στίγμα έχει το κουράγιο κανείς να αποφασίσει άλλο ένα ταξίδι. Έλα να μου πεις αδερφή μου πώς θα μπορέσω να γράψω ένα βιβλίο. Από το Σουέζ μέχρι το Κόκος δεν σε φωνάζω ούτε μια φορά να με συντροφέψεις. Θα σε σκότωνε η ζέστη, θα σε μαύριζε η καπνιά του φουγάρου. Πότε θα πιούμε τσάι μια νύχτα - ας μην είναι Κεϋλάνης».

Όταν γύρισε από την Αλβανία, όπου υπηρέτησε φαντάρος, πήρε μέρος στην Αντίσταση και ξαναμπαρκάρισε το 1944, με περιοριστικούς όρους «λόγω φρονημάτων», ως ασυρματιστής μέχρι το Noέμβρη του 1974. Στους τοίχους γράφανε τους αντιστασιακούς στίχους του (ανέκδοτους):

«Ώρα την ώρα
και πληθαίνουν οι πιστοί
ώρα την ώρα
και φουντώνει το μελίσσι,
ως τη στιγμή που μες
στους δρόμους θ' ακουστεί,
η μουσική που κάθε
στόμα θα λαλήσει».

Αυτός ήταν ο θαλασσοδαρμένος ποιητής του «Μαραμπού», ο αξέχαστος Νίκος Καββαδίας.

Από το 902.gr

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

1000 φύλλα Οδηγητής


 Οδηγητής
 Δεν είμαι εγώ σπορά της Τύχης
ο πλαστουργός της νιας ζωής
Εγώ είμαι τέκνο της ανάγκης
κι ώριμο τέκνο της Οργής.

Δεν κατεβαίνω από τα νέφη
γιατί δε μ’ έστειλε κανείς
Πατέρας, τάχα παρηγόρια
για σένα, σκλάβε, που πονείς.

Ουράνιες δύναμες, αγγέλοι,
κρίνα, πουλιά κι ψαλμουδές
τίποτα! Εμένα παραστέκουν
οι θυμωμένες σας καρδιές
...

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Καμία «...προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον», όσο διατηρείται η εξουσία των μονοπωλίων

 
 
 Καμία «ανάσα» δεν πρόκειται να πάρει ο λαός την καινούργια χρονιά ούτε πρόκειται «να φανεί η προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον», όπως προσπάθησαν να τον πείσουν με τα πρωτοχρονιάτικα μηνύματά τους ο πρωθυπουργός και οι άλλοι κυβερνητικοί εταίροι.
 Αντίθετα, τον περιμένουν νέα δεινά, ανείπωτη φτώχεια και δυστυχία, εξαιτίας του βαθέματος της καπιταλιστικής κρίσης και της κλιμάκωσης του πολέμου που έχουν εξαπολύσει η εγχώρια πλουτοκρατία και οι ξένοι σύμμαχοί της, προκειμένου να του φορτώσουν τα βάρη της κρίσης και να βγουν αλώβητοι και πιο ενισχυμένοι από αυτήν.

Την εφιαλτική αυτή πραγματικότητα προσπάθησε να διασκεδάσει με το πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του ο πρωθυπουργός, συσκοτίζοντας τα αίτια της καπιταλιστικής κρίσης και καλλιεργώντας ψεύτικες ελπίδες για επικείμενη ανάκαμψη που θα φέρει τάχα νέες θέσεις εργασίας και αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων!

Σε κάθε φράση και σε όλους τους τόνους, ο Α. Σαμαράς διατυμπάνιζε ότι όλα τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση αποσκοπούν στο «να μπορέσει ο άνεργος να βρει δουλειά», επιδιώκοντας στην πραγματικότητα να υφαρπάξει τη συναίνεση των λαϊκών στρωμάτων στις δρομολογημένες αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία των επιχειρήσεων και να στοιχίσει το λαό πίσω από το μονόδρομο της πλουτοκρατίας.
«Θέλουμε ενότητα των Ελλήνων για να τα αλλάξουμε όλα», τόνισε, αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί ότι η πρόκειται για υποταγή του λαού στην εφαρμογή των εξοντωτικών μέτρων και των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.

  Συνεχίζοντας να δημιουργεί σύγχυση για τα πραγματικά αίτια της κρίσης, ο πρωθυπουργός επανέλαβε το γνωστό παραμύθι ότι τάχα με την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και την ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά, δίνονται «ανάσες» στην οικονομία και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για «να ξεκινήσουν επενδύσεις, να σωθούν θέσεις εργασίας, να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, να βρουν δουλειά οι άνεργοι, να πάρει μπροστά η οικονομία».

«Φως» μόνο για τα μονοπώλια
 
Στην πραγματικότητα, ο πρωθυπουργός θέλει να αποκρύψει ότι η ανάκαμψη - ανάπτυξη της οικονομίας θα πατήσει πάνω σε μισθούς πείνας, την απόλυτη και σχετική φτώχεια και εξαθλίωση του λαού, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την απρόσκοπτη κερδοφορία των επενδυτών, δηλαδή των επιχειρηματικών ομίλων.
«Το μεγάλο στοίχημα από δω και μπρος είναι οι παραγωγικές επενδύσεις», τόνισε, δεσμευόμενος απέναντι στα εγχώρια και ξένα μονοπώλια ότι «θα κάνω τα πάντα, θα τις αναζητήσω παντού: από ξένους επενδυτές και από Έλληνες επιχειρηματίες».

 
Κατά κύματα οι νέες ανατροπές
 
Στο πρωθυπουργικό μήνυμα, όπως ήταν αναμενόμενο, περίσσεψαν οι δηλώσεις «κατανόησης» των προβλημάτων του λαού και οι ανέξοδες υποσχέσεις για αποκατάσταση τάχα των «αδικιών», «με προτεραιότητα στις χαμηλές συντάξεις, στα επιδόματα που καταργήθηκαν για τους πιο αδύνατους και στη φορολογία - ιδιαίτερα στον ΦΠΑ - που παραμένει πολύ υψηλή».


Η πραγματικότητα όμως είναι ότι μέσα στο 2013 θα υλοποιηθεί το νέο πακέτο ψηφισμένων μέτρων, ύψους 13,5 δισ., που σημαίνει νέες άγριες περικοπές σε μισθούς, συντάξεις, κοινωνικά επιδόματα, μαζικές απολύσεις στο Δημόσιο, ενώ ταυτόχρονα θα υλοποιηθούν οι αντεργατικές ανατροπές σε εργασιακές σχέσεις και ασφαλιστικό, που καταβαραθρώνουν τους μισθούς και μετατρέπουν τις συντάξεις σε προνοιακά επιδόματα».

 Καθαρά πράγματα. Στον καπιταλισμό ανάπτυξη και λαϊκή ευημερία είναι αταίριαστα πράγματα. Καμιά προκοπή δεν πρόκειται να δει ο λαός όσο διατηρείται η εξουσία των μονοπωλίων, γεγονός που δεν μπορούν να κρύψουν  πλέον,  η πλουτοκρατία και το πολιτικό της προσωπικό, όσα πρόσωπα και προσωπεία κι αν αλλάζουν.

 "Πνίγει το λαό για να πάρει ανάσα η πλουτοκρατία"  ΕΔΩ