Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

"Η κρίση με στέλνει στα προφορικά"

Απόσπασμα* κειμένου από το  πρωτοεμφανιζόμενο και πολλά υποσχόμενο περιοδικό τέχνης ΦΑΡΜΑΚΟ [φρμκ] ΕΔΩ


Μαρία Τοπάλη, Η κρίση με στέλνει στα προφορικά *  

Στην αρχή ήταν το κείμενο. Το σιωπηλό κείμενο. Το τυπωμένο στο χαρτί. Δεν υπήρχε φωνή. Η φωνή (του ποιητή) μού φαινόταν μια παλιομοδίτικη πόζα. Ένας ναρκισσισμός εκτός τόπου και χρόνου. Μια μελοδραματική κορώνα που σκοπό είχε, το πολύ, να υποτάξει τις φιλόμουσες κορασίδες στη μάτσο-γοητεία, στην εξουσία της ποιητικής εκδοχής του «πονηρού πολιτευτή». Άλλωστε αυτός ο τελευταίος δεν ήταν που διάβαζε «και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία»; 

Κάθε ποιητική προφορικότητα με παρέπεμπε σε έναν ξεπερασμένο, εξουσιαστικό στόμφο, σχεδόν πάντα γένους αρσενικού. Με παρέπεμπε και σε έναν συγκεκριμένο ρόλο για τον ποιητή, που και σήμερα τον αρνούμαι: τον ποιητή-ήρωα, τον γραφικό και αφελώς ρομαντικό, τον κάτοχο μιας μυστικής αλήθειας. Τον ποιητή–προφήτη– κι ας είναι όσο θέλει μεταμφιεσμένος με μοντέρνα ή με μεταμοντέρνα στολή. Η προφορικότητα, όταν άρχισα να συνειδητοποιώ τον εαυτό μου ως άνθρωπο που γράφει και δημοσιεύει, ήταν για μένα συνώνυμη με ένα καθεστώς που ποθούσα διακαώς να ανατινάξω...

...Ώσπου ήρθε –πάνω στην ώρα, φαίνεται– η κρίση. Ήρθε και, όπως ξέρουμε πλέον, εγκαταστάθηκε για τα καλά ανάμεσά μας. Για την κρίση [αίτια-αφορμές-επιπτώσεις] ο καθένας έχει και δικαιούται απολύτως να έχει τη γνώμη του. Είναι επίσης θεμιτό και φυσικό η κρίση να συσχετίζεται και να συναρτάται πολλαπλώς με την ποίηση. Εδώ θα μιλήσω για κάτι πιο πρωτογενές, που ανάγεται σχεδόν στη σφαίρα των αντανακλαστικών και του ενστίκτου. 

Η κρίση όπως ο πόλεμος, είναι καταστάσεις σοκ, καταστάσεις αποκάλυψης αποκαθήλωσης και, ενδεχομένως, κάθαρσης. Όταν οι βεβαιότητες καταρρέουν και τα περιθώρια γύρω σου στενεύουν, δεν είναι περίεργο να αναζητάς στήριγμα και καταφύγιο σε αυτό που κουβαλάς μέσα σου ως στοιχειώδες. Δεν είναι περίεργο η κρίση να προκαλεί μια ραγδαία επιταχυνόμενη αναγωγή σε – αλήθεια, σε τι; Περισσότερο από τη γλώσσα, την ταυτότητα, την όποια επινόηση, ευκολότερα και πιο αυτονόητα ανάγεται κανείς στη στοιχειώδη υλική του φύση: σώμα, φωνή, χειρονομία. 

Δοκιμάζει να δει αν αρκούν αυτά για να υπάρξει. Δοκιμάζει τα όρια και τις δυνατότητες αυτού του στοιχειώδους. Φυσικά, χωρίς να θέλω να προσδώσω τόνους περιττά δραματικούς, υπάρχει και η σκηνοθεσία του ναυάγιου, της απελπισίας, της απόγνωσης, που βοηθάνε όπως και να το κάνουμε. Υπάρχει η αναβίωση του Οδυσσέα που τον ξεβράζει η θάλασσα στο νησί των Φαιάκων και παίρνει το ρίσκο να κοιμηθεί τυλιγμένος φύλλα. Θα κρατηθεί ζωντανή η φλόγα της ζωής μέσα στο σώμα-κάρβουνο; Θα κερδίσει ο λόγος χρόνο για ένα ακόμη επεισόδιο;
Κάπως έτσι μεταλλάχθηκε η δική μου χημεία με την ίδια μου την υπόσταση: τη φωνή μου και τη σχέση μου με τον άλλον-ως-ακροατήριο. Άλλαξαν πέρα για πέρα οι δονήσεις. Ένα ζήτημα ζωής-ή-θανάτου ήρθε να εμφυσήσει την αλήθεια του μέσα στους στίχους. Για κάποιον λόγο η κρίση έβγαλε από μέσα μου ένα κάπως επιθετικό «γράφω και πολύ καλά κάνω, αν θέλετε να ξέρετε». Αυτό, με τη σειρά του, με οδήγησε σε φιλόξενες αγκαλιές-ακροατήρια, που προς μεγάλη μου έκπληξη ήθελαν και παραήθελαν να ξέρουν. Κάπως έτσι. 

Ξαφνικά, το να απαγγέλλεις έπαψε να είναι παραξενιά. Και δεν είναι ιδέα μου: το νιώθω ότι κάτι έχει αλλάξει βαθιά στον αέρα μέσα στις αίθουσες απαγγελίας. Θα το περιέγραφα σχηματικά ως αλλαγή προθέσεων και προσδοκιών. Οι ποιητές, εμείς, απαγγέλλουμε έχοντας συναίσθηση μιας κάποιας ευθύνης. Κάτι αναλαμβάνουμε με τα λόγια μας. Και ο κόσμος, οι άλλοι, που έρχονται να μας ακούσουν (εμείς συχνά και στους δυο ρόλους, απαγγέλλοντος και ακροατηρίου), έρχονται πλέον γιατί κάτι ψάχνουν να βρουν μέσα στα λόγια μας. Πιθανολογούν ότι μέσα στα λόγια αυτά μπορεί και κάτι να υπάρχει. Προσδοκούν ότι στη διάρκεια μιας απαγγελίας, εκεί και τότε, κάτι μπορεί και να συμβεί και να αλλάξει λίγο τον εαυτό, τη συνύπαρξη, δηλαδή τη ζωή την ίδια.
Το κείμενο, βέβαια, ήταν πάντα εκεί. Το ίδιο και οι ποιητές. Η φωνή, το στόμα, το σώμα, τα χέρια, η ανάσα είναι που με έναν μυστήριο τρόπο επιστρέφουν από την απουσία. Θέτοντάς μας, φυσικά, μπροστά σε νέες (παλιές) προκλήσεις...
...Θα έχουμε, άραγε, τη δύναμη να συνεχίσουμε;  

Θα αντέξουν οι φωνές μας; Τα ερωτήματα είναι εύλογα – η κρίση, άλλωστε, βγάζει στην επιφάνεια και μπόλικο οξύ, άφθονα σκουπίδια, διαχέει τη βία και τον κανιβαλισμό που παίρνουν πια μορφή χιονοστιβάδας. Η φωνή και το σώμα γράφουν ίχνη διαφορετικά από εκείνα του γραπτού κειμένου. Έχουν τη δική τους αλήθεια. Παλιά τη φοβόμουν. Η κρίση με έμαθε να την εμπιστεύομαι ολοένα και περισσότερο. 

 *Όλο το κείμενο...ΕΔΩ


1 σχόλιο: