Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

150 χρόνια από τη γέννηση του Κ. Π. Καβάφη.


Με αφορμή την επέτειο των 150 χρόνων από τη γέννησή  του Κ. Π. Καβάφη, η Δέσποινα  Α. Σαμιωτάκη,* σκιαγραφεί τη ζωή και το έργο του μεγάλου μας Αλεξανδρινού ποιητή.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
ΤΡΙΑ ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΤΕΧΝΗΣ **

«Ο ποιητής του Ελληνισμού», «ο ποιητής της αποτυχίας», «ο ερωτικός ή ο λακωνικός ποιητής», «ο Αλεξανδρινός», είναι μερικοί μόνο από τους χαρακτηρισμούς που αποδόθηκαν στον Κωνσταντίνο Καβάφη, το σημαντικότερο ίσως Έλληνα ποιητή με παγκόσμια ακτινοβολία.
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε στις 29 Απριλίου 1863 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και πέθανε την ημέρα των γενεθλίων του το έτος 1933.

Γιος πλούσιου εμπόρου ήταν το ένατο και τελευταίο παιδί της οικογένειας και έζησε τα παιδικά του χρόνια μέσα σε συνθήκες μεγάλης ευημερίας, έχοντας ταυτόχρονα και μια ιδιαίτερη αγάπη στη μητέρα του, Χαρίκλεια. Σε ηλικία εφτά ετών έχασε τον πατέρα του και η οικογένειά του έμεινε διαδοχικά στην Αγγλία, στην Αλεξάνδρεια, στην Κωνσταντινούπολη και πάλι στην Αλεξάνδρεια, όπου τέλειωσε η ζωή του.

Έγινε παγκόσμια γνωστός για την αρτιότητα της ελληνικής του έκφρασης, για την ιδιοτυπία της γλώσσας του που συνδύαζε σχεδόν όλα τα ελληνικά γλωσσικά είδη, για τον ηδονισμό του, για την ιδιόμορφη ειρωνεία του, για την ακριβολογία διατύπωσης, για την λιτότητα και για την ποιητική του ενάργεια. Η λέξη με τον Καβάφη ξαναπαίρνει την παρθενικότητά της, την πρώτη της παραστατικότητα. Η ποίησή του έχει μοναδική, ανεξίτηλη σφραγίδα. Είναι ένα γνήσιο ποιητικό αποτύπωμα.

Χωρίζοντας το ποιητικό του έργο σε τρεις ομάδες, φιλοσοφικά, ιστορικά και ηδονικά ή αισθησιακά ποιήματα, μοναδικό στίγμα της ποίησής του, που είναι σταθερό και διαποτίζει όλα του τα έργα, είναι η αίσθηση της αποτυχίας. Η αποτυχία είναι η κινητήρια δύναμη που τον κάνει τόσο πετυχημένο. Σύμφωνα με τον Καλάς κάποιο σύμπλεγμα κατωτερότητας τον ταλαιπωρεί, τον βασανίζει και δεν τον αφήνει να βρει στη ζωή του «μία άσπρη μέρα». 

Τι φταίει για την απαισιοδοξία που μαστίζει την ποίηση του και ταυτόχρονα την κάνει τόσο ανθρώπινη, ώστε με μια λιτή περιγραφή να αγγίζει την ψυχή μας και να μας προσφέρει μια δυνατότητα αυτογνωσίας, όπως έχει αναφέρει ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος;

Όσο κι αν ο ίδιος ο Καβάφης έχει επισημάνει ότι ο τεχνίτης οφείλει να καταστρέψει το άτομόν του χάριν του έργου του, πιστεύω ότι όσο πλούσια φαντασία και αν διαθέτει κάποιος δημιουργός δεν μπορεί να περιγράψει γεγονότα ή αισθήματα που δεν έχει γνωρίσει άμεσα ή έμμεσα. Άρα αυτή η φωνή της απαισιοδοξίας πηγάζει από τη δική του αίσθηση της πραγματικότητας. Ο Καβάφης φοβάται την αποκάλυψη του ιδιότυπου ερωτισμού του και την απόρριψη, γι’ αυτό ωθείται σε συνεχή κρυψίματα και αυτό τον οδηγεί στη θλίψη και τη μελαγχολία, στο αίσθημα της αποτυχίας τελικά, αφού δεν μπορεί να συμβιβάσει αυτό που είναι με αυτό που έπρεπε να είναι.

Ακόμη και στα ιστορικά του ποιήματα, που λόγω του ιδιαιτέρου της έμπνευσης χρειάζονται γνώσεις, ο ποιητής καταφέρνει να παρουσιάσει το γεγονός με μοναδική και προσεγμένη ιστορική ακρίβεια, να προβάλλει μέσα από το γεγονός την απαισιοδοξία του και ταυτόχρονα να παρουσιάζει μια υπέροχη ποιητική ανάπτυξη. Γράφει με ευσυνειδησία ιστορικού αλλά με αίσθημα και αυτό είναι το δεύτερο χαρακτηριστικό της ποίησής του. Άλλωστε αγάπησε με πάθος την ιστορία και τον ελληνισμό, αφού έζησε και γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου οι μνήμες του ελληνικού κατορθώματος του μεγάλου Αλεξάνδρου σμίλεψαν και διαπότισαν την ψυχή του και το έργο του. 

Εκείνη η τεράστια ακμή που τον κάνει να νιώθει υπερήφανος, γίνεται μελαγχολία, «πληγή από φρικτό μαχαίρι» καθώς τον ωθεί να μισεί το σήμερα και το αύριο, αφού δυστυχώς δεν μπορούν ούτε να συγκριθούν ούτε να δώσουν αυτά που έδωσε το χθες. Ένα λιτό μα και έντονο κλάμα για τα περασμένα μεγαλεία του ελληνισμού που τα εξυμνεί και τα θρηνεί. Και μια δεύτερη πηγή απογοήτευσης.

Ποιητής λοιπόν της αποτυχίας και της παρακμής, ασκεί έντονη κριτική και δεν πιστεύει στο σημερινό, εξασθενημένο πατριωτισμό της αστικής τάξης. Και εκφράζει μέσα από τους ήρωές του καλυμμένα τις σκέψεις του, για να δώσει το δικό του τρόπο όρασης, να διδάξει, να μαστιγώσει και να ειρωνευτεί.

Και εδώ υπεισέρχεται ως λογικό επακόλουθο το τρίτο βασικό στοιχείο της ποίησής του που είναι η θέση της ποιητικής τέχνης μέσα στην ποίησή του. Στην αρχή και όντας στην πρώτη ποιητική του περίοδο, κυριαρχεί στην ποίησή του η εστέτ άποψη που ασπάζονταν οι Άγγλοι αισθητιστές με πρωτεργάτη τον Όσκαρ Ουάιλντ, ότι οι ποιητές είναι ανώτεροι από τους άλλους ‘κοινούς ανθρώπους’. Γι’ αυτό απαντά ο Θεόκριτος στο νέο ποιητή Ευμένη που παραπονιέται ότι έκαμε μόνο ένα ειδύλλιο μέσα σε δυο χρόνια: « κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει. Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι πολίτης εις των ιδεών την πόλιν» (Πρώτο σκαλί -1899). 

Στη συνέχεια η τέχνη για τον Καβάφη εμπλουτίζει τη ζωή, γιατί με αυτήν ο ποιητής μας «μελετά το μερτικό που έχει ακόμα αυτός στα νειάτα», αφού «οι έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε» και όντας πλέον ο Καβάφης 50 χρονών παρηγορείται στην ιδέα ότι τους στίχους του τους γνωρίζουν οι έφηβοι (Πολύ σπανίως- 1913).

Μετά που μεγαλώνει κι άλλο τον απασχολεί σχεδόν εξολοκλήρου η ποίηση. Αυτή πλέον αποκαθιστά την αδικία της ιστορίας και κομίζει τη δική της δικαιοσύνη, αποδίδει μνήμη εκεί που υπάρχει λήθη, διαγράφει τα χαρακτηριστικά του κάλλους εκεί που είναι σβησμένα τα πρόσωπα, μετατρέπει το παρελθόν σε διηνεκές παρόν και νικά τέλος και τον ίδιο το θάνατο σώζοντας την καίρια στιγμή τον μικρό Καισαρίωνα από τα χέρια των φαύλων που ψιθύριζαν το πολυκαισαρίη (Καισαρίων -1918).

Τέλος, καθώς μεστώνει κι άλλο η σχέση του με τα ποιήματα ποιητικής, η ποίηση γίνεται το μοναδικό καταφύγιο που διαθέτει φάρμακα «νάρκης του άλγους δοκιμές εν Φαντασία και Λόγω» που «για λίγο» γιατρεύει τις πληγές και απαλλάσσει από την αδυναμία και την ασχήμια της προχωρημένης ηλικίας (Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή -1921).

Από τα 256 σωζόμενα ποιήματα του Καβάφη τα 100 περίπου είναι ποιήματα που άμεσα ή έμμεσα έχουν ως θέμα τους την ίδια την ποίηση. Η ποίηση συμπληρώνει τη ζωή και σώζει τον ποιητή από τους μικρούς καθημερινούς θανάτους με τη μαγική δύναμη της φαντασίας «όταν σβήνει η λάμπα στην κάμαρα» και χάνονται οι γέφυρες με τον πραγματικό κόσμο.

Ο Καβάφης ξεπέρασε τα όρια του ηδονισμού του, της πόλης του, του ελληνισμού και της ελληνικής γλώσσας. Είναι διαχρονικός και οικουμενικός και δεν απευθύνεται μόνο στους εφήβους αλλά σε όλους τους «πολίτες στων ιδεών την πόλιν».

ΔΕΣΠΟΙΝΑ Α. ΣΑΜΙΩΤΑΚΗ
Φιλόλογος – Σύμβουλος ψυχικής υγείας.

*Η Δέσποινα Σαμιωτάκη είναι φιλόλογος,  πτυχιούχος  της Φιλοσοφικής σχολής Αθηνών, του τμήματος Φιλοσοφίας. Άρθρα της και κριτικά σημειώματα για το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη μουσική και το βιβλίο έχουν δημοσιευθεί στον τύπο. (περιοδικά και εφημερίδες). Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή  «Η Έγκριση».
 
** Από  το 2ο φύλλο της Εφημερίδας "Φιλολογική Κοκκινιά" Απρίλιος 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου